Ξύπνησε απότομα από την καταιγίδα. Καινούργιος ήταν. Θύμα της πρόσφατης επιδρομής. Το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο στις γάζες. Δεν μπορούσε να δει από τις πληγές και το πόδι του ήταν άσχημα σακατεμένο. Χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία άλλαξε πλευρό και συνέχισε τον ύπνο του.
Την επόμενη μέρα πέρασαν οι γιατροί. Και τα νέα που του έφεραν δεν ήταν χαρμόσυνα. Η κατάστασή του ήταν κρίσιμη και δύσκολα θα τη γλύτωνε.
Το μεσημέρι έγειρε προς το διπλανό κρεβάτι.
- Δε βγαίνω ζωντανός, κατάφερε να ψελλίσει στον διπλανό του. Θα πεθάνω και η τελευταία εικόνα που θα ‘χω απ’ τη ζωή μου θα είναι αυτή η άτιμη χειροβομβίδα να σκάει πάνω μου και να με φέρνουν σακάτη και τυφλό εδώ πέρα.
Δεν πήρε απάντηση. Και ξαναρώτησε
- Είσαι κοντά στο παράθυρο;
Ακολούθησαν και πάλι στιγμές σιωπής. Ώσπου άξαφνα ο διπλανός του απάντησε:
- Δίπλα ακριβώς.
- Και τι βλέπεις;
- Είναι μεσημέρι. Η μέρα είναι ηλιόλουστη και ο ουρανός γαλήνιος. Τα χιόνα στα βουνά έχουν σχεδόν λιώσει, μόνο στις απόκρημνες κορφές έχουν μείνει ακόμα λίγα. Η γη είναι γεμάτη λουλούδια. Κατακόκκινες παπαρούνες, δροσερές μαργαρίτες, μελαγχολικούς υάκινθους. Σκυλιά τρίβονται στο γρασίδι και λιάζονται. Δυο ερωτευμένοι κάθονται κάτω από ένα δέντρο. Κοιτάζει ο ένας στα μάτια του άλλου και ένα ολόκληρο κόσμο αντικρίζει. Λίγο πιο πέρα τσούρμο παιδιά παίζουνε μπάλα, χωρίς να ανησυχούν για τις βόμβες που τα περιβάλλουν. Δυο χωρικοί δίπλα έχουν ξαμοληθεί πίσω από τα κοτόπουλα τους, ενώ τους παρατηρεί αμέριμνα ένας μπεκρής. Μια μπάντα, βλέπω, να καταφθάνει. Ένα μεγάλο πανηγύρι στήνεται, ο κόσμος τρώει, πίνει, τραγουδάει, ονειρεύεται…παράξενες ιδέες και οράματα του έρχονται στο κεφάλι. Ένας ξέφρενος χορός αρχίζει. Πάθος, έκσταση, αρμονία…οι άνθρωποι γελούν, αγκαλιάζονται, γίνονται ένα με τη ζωή…να μπορούσες μόνο και εσύ να τα δεις…
Και έτσι κύλησαν οι μέρες. Από τα μουντά πρωινά στα φωτεινά μεσημέρια και από τα ζωηρά απογεύματα στις μακάριες νύχτες. Κάθε φορά ρωτούσε τον διπλανό του τι συνέβαινε. Και ήταν τέτοια η αγαλλίαση που ένιωθε, ώστε μεθούσε με το κρασί του γλεντιού και γελούσε με το κυνηγητό των χωρικών. Ακόμα και όταν ο ρόγχος του θανάτου έβγαινε συχνά αμείλικτος και τρομερός από τα τριγύρω κρεβάτια, αυτός ξεχνούσε την οσμή του χάρου και κρεμόταν από τα χείλη του διπλανού του, το παράθυρο της ζωής του.
Ώσπου τελικά έφτασε η μέρα που τους πήραν. Αυτόν στο χειρουργείο και τον άλλο σε διαφορετική πτέρυγα.
Η εγχείρηση πέτυχε. Και μέσα σε λίγες μέρες οι πληγές επουλώθηκαν.
Με το που ο γιατρός αφαίρεσε τον επίδεσμο, έτρεξε με λαχτάρα στο παράθυρο. Πάγωσε.
Βαριά κατάρα έμοιαζε να ‘χει σκεπάσει τον τόπο. Ο ουρανός ήταν τόσο μαύρος που δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήταν πρωί ή βράδυ. Πικρή βροχή κατέκλυζε τους πάντες και τα πάντα. Καμιόνια, τζιπ και τανκς διέσχιζαν εκκωφαντικά την πεδιάδα. Τα ουρλιαχτά των μαχών του πλήγωναν τα αυτιά. Το χώμα ήταν βαμμένο κόκκινο από τη σφαγή και η γη κατάμαυρη από τη φωτιά. Τα δέντρα των ερωτευμένων, χωρίς κλαδιά και φύλλα, περίμεναν το πρώτο φύσημα του αγέρα να τα παρασύρει, ενώ τα φαλακρά βουνά κύκλωναν γκρίζα σύννεφα. Παιδιά δεν υπήρχαν και όσα είχαν απομείνει, κινούσαν, ζωσμένα με ξίφη, για το πεδίο της μάχης. Νεκροί και τραυματίες είχαν ζώσει το προαύλιο του νοσοκομείου και όσο για το γλέντι, αυτό φαινόταν να το είχαν στήσει από καιρό τα κοράκια γύρω από τα άτυχα πτώματα των αντίπαλων πολεμιστών.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια του πολλές φορές. Δεν μπορούσε να πιστέψει το φριχτό θέαμα. Άγριος θυμός τον κυρίευσε με τον διπλανό του και τις ψευτιές που του πουλούσε όλον αυτό τον καιρό.
Αποφάσισε να πάει να τον βρει και να εξηγηθούνε. Έκανε άνω-κάτω το κτήριο. Δεν τον βρήκε πουθενά.
Επιστρέφοντας στο κρεβάτι του, ρώτησε μια νοσοκόμα.
- Ο άντρας που μεταφέρθηκε προχτές, που βρίσκεται τώρα;
Και εκείνη, ολίγον τι έκπληκτη, του απάντησε.
- Εννοείτε τον τυφλό; Ξεψύχησε χθες….
(Η παραπάνω ιστορία δεν είναι έμπνευση του γράφοντος)